Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετριάζω

ρήμα
•
  1. λιγοστεύω, μειώνω, ελαττώνω Βικιλεξικό
    • Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)

Ετυμολογία

μετριάζω < αρχαία ελληνική μετριάζω < μέτρον

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετριάζωμετριάζειςμετριάζειμετριάζουμεμετριάζετεμετριάζουν / μετριάζουνε
Παρατατικόςμετρίαζαμετρίαζεςμετρίαζεμετριάζαμεμετριάζατεμετρίαζαν / μετριάζαν / μετριάζανε
Αόριστοςμετρίασαμετρίασεςμετρίασεμετριάσαμεμετριάσατεμετρίασαν / μετριάσαν / μετριάσανε
Μέλλονταςθα μετριάζω / θα μετριάσωθα μετριάζεις / θα μετριάσειςθα μετριάζει / θα μετριάσειθα μετριάζουμε / θα μετριάσουμεθα μετριάζετε / θα μετριάσετεθα μετριάζουν / θα μετριάζουνε / θα μετριάσουν / θα μετριάσουνε
Παρακείμενοςέχω μετριάσειέχεις μετριάσειέχει μετριάσειέχουμε μετριάσειέχετε μετριάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μετριάσειείχες μετριάσειείχε μετριάσειείχαμε μετριάσει——
Υποτακτικήνα έχω μετριάσει / να μετριάζω / να μετριάσωνα έχεις μετριάσει / να μετριάζεις / να μετριάσειςνα έχει μετριάσει / να μετριάζει / να μετριάσεινα έχουμε μετριάσει / να μετριάζουμε / να μετριάσουμενα έχετε μετριάσει / να μετριάζετε / να μετριάσετενα μετριάζουν / να μετριάζουνε / να μετριάσουν / να μετριάσουνε
Προστακτική—μετρίαζε / μετρίασε——μετριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μετριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →