πληθαίνω
•
- αυξάνομαι σε πλήθος, σε αριθμό, σε ποσότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληθαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πληθύνω, με μετατροπή της κατάληξης -ύνω σε -αίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πληθαίνω | πληθαίνεις | πληθαίνει | πληθαίνουμε | πληθαίνετε | πληθαίνουν / πληθαίνουνε |
| Παρατατικός | πλήθαινα | πλήθαινες | πλήθαινε | πληθαίναμε | πληθαίνατε | πλήθαιναν / πληθαίναν / πληθαίνανε |
| Αόριστος | πλήθυνα | πλήθυνες | πλήθυνε | πληθύναμε | πληθύνατε | πλήθυναν / πληθύναν / πληθύνανε |
| Μέλλοντας | θα πληθαίνω / θα πληθύνω | θα πληθαίνεις / θα πληθύνεις | θα πληθαίνει / θα πληθύνει | θα πληθαίνουμε / θα πληθύνουμε | θα πληθαίνετε / θα πληθύνετε | θα πληθαίνουν / θα πληθαίνουνε / θα πληθύνουν / θα πληθύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω πληθύνει | έχεις πληθύνει | έχει πληθύνει | έχουμε πληθύνει | έχετε πληθύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πληθύνει | είχες πληθύνει | είχε πληθύνει | είχαμε πληθύνει | είχατε πληθύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω πληθύνει / να πληθαίνω / να πληθύνω | να έχεις πληθύνει / να πληθαίνεις / να πληθύνεις | να έχει πληθύνει / να πληθαίνει / να πληθύνει | να έχουμε πληθύνει / να πληθαίνουμε / να πληθύνουμε | να έχετε πληθύνει / να πληθαίνετε / να πληθύνετε | να πληθαίνουν / να πληθαίνουνε / να πληθύνουν / να πληθύνουνε |
| Προστακτική | — | πλήθαινε / πλήθυνε | — | — | πληθαίνετε / πληθύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →