Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μητροπολιτικός

/mi.tɾo.po.li.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη μητρόπολη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μητροπολιτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μητροπολιτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμητροπολιτικόςμητροπολιτικήμητροπολιτικό
Γενικήμητροπολιτικούμητροπολιτικήςμητροπολιτικού
Αιτιατικήμητροπολιτικόμητροπολιτικήμητροπολιτικό
Κλητικήμητροπολιτικέμητροπολιτικήμητροπολιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμητροπολιτικοίμητροπολιτικέςμητροπολιτικά
Γενικήμητροπολιτικώνμητροπολιτικώνμητροπολιτικών
Αιτιατικήμητροπολιτικούςμητροπολιτικέςμητροπολιτικά
Κλητικήμητροπολιτικοίμητροπολιτικέςμητροπολιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →