μηχανοποιώ
•
- εκμηχανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανοποιώ < μηχανή + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) mécaniser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μηχανοποιώ | μηχανοποιείς | μηχανοποιεί | μηχανοποιούμε | μηχανοποιείτε | μηχανοποιούν / μηχανοποιούνε |
| Παρατατικός | μηχανοποιούσα | μηχανοποιούσες | μηχανοποιούσε | μηχανοποιούσαμε | μηχανοποιούσατε | μηχανοποιούσαν / μηχανοποιούσανε |
| Αόριστος | μηχανοποίησα | μηχανοποίησες | μηχανοποίησε | μηχανοποιήσαμε | μηχανοποιήσατε | μηχανοποίησαν / μηχανοποιήσαν / μηχανοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα μηχανοποιήσω / θα μηχανοποιώ | θα μηχανοποιήσεις / θα μηχανοποιείς | θα μηχανοποιήσει / θα μηχανοποιεί | θα μηχανοποιήσουμε / θα μηχανοποιούμε | θα μηχανοποιήσετε / θα μηχανοποιείτε | θα μηχανοποιήσουν / θα μηχανοποιήσουνε / θα μηχανοποιούν / θα μηχανοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω μηχανοποιήσει | έχεις μηχανοποιήσει | έχει μηχανοποιήσει | έχουμε μηχανοποιήσει | έχετε μηχανοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μηχανοποιήσει | είχες μηχανοποιήσει | είχε μηχανοποιήσει | είχαμε μηχανοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μηχανοποιήσει / να μηχανοποιήσω / να μηχανοποιώ | να έχεις μηχανοποιήσει / να μηχανοποιήσεις / να μηχανοποιείς | να έχει μηχανοποιήσει / να μηχανοποιήσει / να μηχανοποιεί | να έχουμε μηχανοποιήσει / να μηχανοποιήσουμε / να μηχανοποιούμε | να έχετε μηχανοποιήσει / να μηχανοποιήσετε / να μηχανοποιείτε | να μηχανοποιήσουν / να μηχανοποιήσουνε / να μηχανοποιούν / να μηχανοποιούνε |
| Προστακτική | — | μηχανοποίει / μηχανοποίησε | — | — | μηχανοποιήστε / μηχανοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →