μικρεμπόριο
•
- το λιανικό εμπόριο σε μικρές ποσότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικρεμπόριο < μικρέμπορ(ος) + (καθαρεύουσα) -ιον > -ιο. Μορφολογικά, μικρ- + -εμπόριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρεμπόριο | μικρεμπόρια |
| Γενική | μικρεμπορίου / μικρεμπόριου | μικρεμπορίων |
| Αιτιατική | μικρεμπόριο | μικρεμπόρια |
| Κλητική | μικρεμπόριο | μικρεμπόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →