μικροεπίπεδο
•
- νεολογισμόςεπίπεδο ή κλίμακα που βρίσκονται σε πλαίσιο μικρότερα από κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Η προσπάθεια ερμηνείας του αποτελέσματος του πρώτου δημοψηφίσματος της ύστερης μεταπολιτευτικής περιόδου είναι πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη. Στο μικροεπίπεδο της ανάλυσης είναι ιδιαίτερα δημοφιλής η ταξική διάσταση της ψήφου με τα επί μέρους κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα η ηλικία. (Αναστασία Καφέ, Οι «κλειστοί ορίζοντες» του «Οχι», Το Βήμα, 11 Ιουλίου 2015)
Ετυμολογία
μικροεπίπεδο < μικρο- + επίπεδο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροεπίπεδο | μικροεπίπεδα |
| Γενική | μικροεπίπεδου / μικροεπιπέδου | μικροεπιπέδων |
| Αιτιατική | μικροεπίπεδο | μικροεπίπεδα |
| Κλητική | μικροεπίπεδο | μικροεπίπεδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →