Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μικροεπίπεδο

/mi.kɾo.eˈpi.pe.ðo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεολογισμόςεπίπεδο ή κλίμακα που βρίσκονται σε πλαίσιο μικρότερα από κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Η προσπάθεια ερμηνείας του αποτελέσματος του πρώτου δημοψηφίσματος της ύστερης μεταπολιτευτικής περιόδου είναι πολυεπίπεδη και πολυδιάστατη. Στο μικροεπίπεδο της ανάλυσης είναι ιδιαίτερα δημοφιλής η ταξική διάσταση της ψήφου με τα επί μέρους κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα η ηλικία. (Αναστασία Καφέ, Οι «κλειστοί ορίζοντες» του «Οχι», Το Βήμα, 11 Ιουλίου 2015)

Ετυμολογία

μικροεπίπεδο < μικρο- + επίπεδο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμικροεπίπεδομικροεπίπεδα
Γενικήμικροεπίπεδου / μικροεπιπέδουμικροεπιπέδων
Αιτιατικήμικροεπίπεδομικροεπίπεδα
Κλητικήμικροεπίπεδομικροεπίπεδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →