μικρούλης
•
- υποκοριστικόσχετικά μικρός Βικιλεξικό
- ⌘ Νίκος Καζαντζάκης (1η έκδ.1961) Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς, Ο Μοριάς, IX. Ο Γέρος του Μοριά. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη, 2011, ανατύπωση.
- όταν, μετά την απελευθέρωση, έπεσαν απάνω στην απλοϊκή μικρούλα Ελλάδα όλοι οι δασκάλοι κι ήθελαν να την ντύσουν αρχαία, να μιλάει αρχαία, να κυβερνιέται αρχαία, ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το μυαλωμένο νηφάλιο κεφάλι του με θυμό και περγέλιο
- χαϊδευτικόο μικρός Βικιλεξικό
- ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια αρχική έκδοση: 1938, 13.874
Ετυμολογία
μικρούλης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μικρούλης < μικρ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρούλης | μικρούλα | μικρούλι / μικρούλικο |
| Γενική | μικρούλη | μικρούλας | —μικρούλικου |
| Αιτιατική | μικρούλη | μικρούλα | μικρούλι / μικρούλικο |
| Κλητική | μικρούλη | μικρούλα | μικρούλι / μικρούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρούληδες | μικρούλες | μικρούλια / μικρούλικα |
| Γενική | μικρούληδων | — | —μικρούλικων |
| Αιτιατική | μικρούληδες | μικρούλες | μικρούλια / μικρούλικα |
| Κλητική | μικρούληδες | μικρούλες | μικρούλια / μικρούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →