μικρόκαρδος
•
- κτητικό σύνθετομικρόψυχος, δίχως ιδιαίτερη αγάπη ή θετικά συναισθήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικρόκαρδος < μικρό- + καρδ(ιά) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρόκαρδος | μικρόκαρδη | μικρόκαρδο |
| Γενική | μικρόκαρδου | μικρόκαρδης | μικρόκαρδου |
| Αιτιατική | μικρόκαρδο | μικρόκαρδη | μικρόκαρδο |
| Κλητική | μικρόκαρδε | μικρόκαρδη | μικρόκαρδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρόκαρδοι | μικρόκαρδες | μικρόκαρδα |
| Γενική | μικρόκαρδων | μικρόκαρδων | μικρόκαρδων |
| Αιτιατική | μικρόκαρδους | μικρόκαρδες | μικρόκαρδα |
| Κλητική | μικρόκαρδοι | μικρόκαρδες | μικρόκαρδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →