μιμούμαι
•
- κάνω ό,τι κάνει κάποιος άλλος Βικιλεξικό
- χρησιμοποιώ κάτι ως πρότυπο ή υπόδειγμα Βικιλεξικό
- η τέχνη μιμείται τη φύση
Ετυμολογία
μιμούμαι < αρχαία ελληνική μιμέομαι, -οῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μιμούμαι | μιμείσαι | μιμείται | μιμούμαστε | μιμείστε | μιμούνται |
| Παρατατικός | μιμούμουν | μιμούσουν | μιμούνταν | μιμούμασταν / μιμούμαστε | μιμούσασταν / μιμούσαστε | μιμούνταν |
| Αόριστος | μιμήθηκα | μιμήθηκες | μιμήθηκε | μιμηθήκαμε | μιμηθήκατε | μιμήθηκαν / μιμηθήκαν / μιμηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα μιμηθώ / θα μιμούμαι | θα μιμείσαι / θα μιμηθείς | θα μιμείται / θα μιμηθεί | θα μιμηθούμε / θα μιμούμαστε | θα μιμείστε / θα μιμηθείτε | θα μιμηθούν / θα μιμηθούνε / θα μιμούνται |
| Παρακείμενος | έχω μιμηθεί | έχεις μιμηθεί | έχει μιμηθεί | έχουμε μιμηθεί | έχετε μιμηθεί | έχουν μιμηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα μιμηθεί | είχες μιμηθεί | είχε μιμηθεί | είχαμε μιμηθεί | είχατε μιμηθεί | είχαν μιμηθεί |
| Υποτακτική | να έχω μιμηθεί / να μιμηθώ / να μιμούμαι | να έχεις μιμηθεί / να μιμείσαι / να μιμηθείς | να έχει μιμηθεί / να μιμείται / να μιμηθεί | να έχουμε μιμηθεί / να μιμηθούμε / να μιμούμαστε | να έχετε μιμηθεί / να μιμείστε / να μιμηθείτε | να έχουν μιμηθεί / να μιμηθούν / να μιμηθούνε / να μιμούνται |
| Προστακτική | — | μιμήσου | — | — | μιμείστε / μιμηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →