Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μινιμαλιστικός

/mi.ni.ma.li.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τον μινιμαλισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μινιμαλιστικός < μινιμαλιστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμινιμαλιστικόςμινιμαλιστικήμινιμαλιστικό
Γενικήμινιμαλιστικούμινιμαλιστικήςμινιμαλιστικού
Αιτιατικήμινιμαλιστικόμινιμαλιστικήμινιμαλιστικό
Κλητικήμινιμαλιστικέμινιμαλιστικήμινιμαλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμινιμαλιστικοίμινιμαλιστικέςμινιμαλιστικά
Γενικήμινιμαλιστικώνμινιμαλιστικώνμινιμαλιστικών
Αιτιατικήμινιμαλιστικούςμινιμαλιστικέςμινιμαλιστικά
Κλητικήμινιμαλιστικοίμινιμαλιστικέςμινιμαλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →