μινιμαλιστικός
•
- ο σχετικός με τον μινιμαλισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μινιμαλιστικός < μινιμαλιστ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μινιμαλιστικός | μινιμαλιστική | μινιμαλιστικό |
| Γενική | μινιμαλιστικού | μινιμαλιστικής | μινιμαλιστικού |
| Αιτιατική | μινιμαλιστικό | μινιμαλιστική | μινιμαλιστικό |
| Κλητική | μινιμαλιστικέ | μινιμαλιστική | μινιμαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μινιμαλιστικοί | μινιμαλιστικές | μινιμαλιστικά |
| Γενική | μινιμαλιστικών | μινιμαλιστικών | μινιμαλιστικών |
| Αιτιατική | μινιμαλιστικούς | μινιμαλιστικές | μινιμαλιστικά |
| Κλητική | μινιμαλιστικοί | μινιμαλιστικές | μινιμαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →