Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μιξάζ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τεχνολογίαμη τεχνική εργασία της μείξης ήχου και εικόνας Βικιλεξικό
    • Στο μιξάζ δουλεύουμε πρώτα με τις πρόζες, μετά με τις πρόζες και τους ήχους, μετά με τις πρόζες τους ήχους και τις ατμόσφαιρες, τέλος τις πρόζες τους ήχους τις ατμόσφαιρες και τη μουσική. (Περικλής Χούρσογλου, ΣΤΑΔΙΑ ΜΙΑΣ ΤΑΙΝΙΑΣ: H δουλειά του σκηνοθέτη απ’ το σενάριο ως την τελική κόπια)

Ετυμολογία

μιξάζ < (λόγιο δάνειο) γαλλική mixage

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →