Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισερός

/mi.seˈros/επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοανάπηρος, σακάτης, ατελής (σωματικά ή πνευματικά) Βικιλεξικό
  2. αυτός που εκφράζει μίσος Βικιλεξικό
    • ο μισερός λόγος τους κλίνει όλο και δεξιότερα (Βαγγέλης Δεληπέτρος, «Πιο δεξιά ο… τοίχος», News 24/7, 26 Οκτωβρίου 2016)
    • Αυτός ο μισερός λόγος πλήρης θρησκευτικού μένους και φανατισμού είναι ό,τι εκφράζει η σημερινή Δεξιά από την Αμερική μέχρι την Ουγγαρία. (Athens Voice, Κλύδωνας, 6 Ιουλίου 2019)

Ετυμολογία

μισερός < μεσαιωνική ελληνική μισερός < μισός < αρχαία ελληνική ἥμισυς (ή < μισός + -ερός )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισερόςμισερήμισερό
Γενικήμισερούμισερήςμισερού
Αιτιατικήμισερόμισερήμισερό
Κλητικήμισερέμισερήμισερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισεροίμισερέςμισερά
Γενικήμισερώνμισερώνμισερών
Αιτιατικήμισερούςμισερέςμισερά
Κλητικήμισεροίμισερέςμισερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →