Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακέραιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μειωθεί ή δεν του λείπει κάτι Βικιλεξικό
    • να εκμεταλλευθούν στο ακέραιο τις ευκαιρίες που γεννήθηκαν
  2. μαθηματικάκαθένας από τους αριθμούς του συνόλου ℤ, το μηδέν ή φυσικός αριθμός με αρνητικό ή θετικό πρόσημο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσώος, αβλαβής Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάπου είναι έντιμος ή άψογος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακέραιος < ἀκέραιος < ἀ- (στερητικό) + κεράννυμι (αναμιγνύω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακέραιοςακέραιηακέραιο
Γενικήακέραιουακέραιηςακέραιου
Αιτιατικήακέραιοακέραιηακέραιο
Κλητικήακέραιεακέραιηακέραιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακέραιοιακέραιεςακέραια
Γενικήακέραιωνακέραιωνακέραιων
Αιτιατικήακέραιουςακέραιεςακέραια
Κλητικήακέραιοιακέραιεςακέραια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →