ακέραιος
•
- που δεν έχει μειωθεί ή δεν του λείπει κάτι Βικιλεξικό
- να εκμεταλλευθούν στο ακέραιο τις ευκαιρίες που γεννήθηκαν
- μαθηματικάκαθένας από τους αριθμούς του συνόλου ℤ, το μηδέν ή φυσικός αριθμός με αρνητικό ή θετικό πρόσημο Βικιλεξικό
- μεταφορικάσώος, αβλαβής Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου είναι έντιμος ή άψογος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακέραιος < ἀκέραιος < ἀ- (στερητικό) + κεράννυμι (αναμιγνύω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακέραιος | ακέραιη | ακέραιο |
| Γενική | ακέραιου | ακέραιης | ακέραιου |
| Αιτιατική | ακέραιο | ακέραιη | ακέραιο |
| Κλητική | ακέραιε | ακέραιη | ακέραιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακέραιοι | ακέραιες | ακέραια |
| Γενική | ακέραιων | ακέραιων | ακέραιων |
| Αιτιατική | ακέραιους | ακέραιες | ακέραια |
| Κλητική | ακέραιοι | ακέραιες | ακέραια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →