μισθοδοσία
•
- το αποτέλεσμα του μισθοδοτώ, το δόσιμο του μισθού σε κάποιον Βικιλεξικό
- η κατάσταση με τους εκάστοτε μισθούς επιχείρησης, οργανισμού κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισθοδοσία < αρχαία ελληνική μισθοδοσία < μισθός + δίδωμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μισθοδοσία | μισθοδοσίες |
| Γενική | μισθοδοσίας | μισθοδοσιών |
| Αιτιατική | μισθοδοσία | μισθοδοσίες |
| Κλητική | μισθοδοσία | μισθοδοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →