μισθοδοτώ
•
- δίνω σε κάποιον μισθό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισθοδοτώ < αρχαία ελληνική μισθοδοτέω / μισθοδοτῶ < μισθός + δίδωμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μισθοδοτώ | μισθοδοτείς | μισθοδοτεί | μισθοδοτούμε | μισθοδοτείτε | μισθοδοτούν / μισθοδοτούνε |
| Παρατατικός | μισθοδοτούσα | μισθοδοτούσες | μισθοδοτούσε | μισθοδοτούσαμε | μισθοδοτούσατε | μισθοδοτούσαν / μισθοδοτούσανε |
| Αόριστος | μισθοδότησα | μισθοδότησες | μισθοδότησε | μισθοδοτήσαμε | μισθοδοτήσατε | μισθοδοτήσαν / μισθοδοτήσανε / μισθοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα μισθοδοτήσω / θα μισθοδοτώ | θα μισθοδοτήσεις / θα μισθοδοτείς | θα μισθοδοτήσει / θα μισθοδοτεί | θα μισθοδοτήσουμε / θα μισθοδοτούμε | θα μισθοδοτήσετε / θα μισθοδοτείτε | θα μισθοδοτήσουν / θα μισθοδοτήσουνε / θα μισθοδοτούν / θα μισθοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω μισθοδοτήσει | έχεις μισθοδοτήσει | έχει μισθοδοτήσει | έχουμε μισθοδοτήσει | έχετε μισθοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μισθοδοτήσει | είχες μισθοδοτήσει | είχε μισθοδοτήσει | είχαμε μισθοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσω / να μισθοδοτώ | να έχεις μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσεις / να μισθοδοτείς | να έχει μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσει / να μισθοδοτεί | να έχουμε μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσουμε / να μισθοδοτούμε | να έχετε μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσετε / να μισθοδοτείτε | να μισθοδοτήσουν / να μισθοδοτήσουνε / να μισθοδοτούν / να μισθοδοτούνε |
| Προστακτική | — | μισθοδότει / μισθοδότησε | — | — | μισθοδοτήστε / μισθοδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →