Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισθοδοτώ

ρήμα
•
  1. δίνω σε κάποιον μισθό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μισθοδοτώ < αρχαία ελληνική μισθοδοτέω / μισθοδοτῶ < μισθός + δίδωμι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμισθοδοτώμισθοδοτείςμισθοδοτείμισθοδοτούμεμισθοδοτείτεμισθοδοτούν / μισθοδοτούνε
Παρατατικόςμισθοδοτούσαμισθοδοτούσεςμισθοδοτούσεμισθοδοτούσαμεμισθοδοτούσατεμισθοδοτούσαν / μισθοδοτούσανε
Αόριστοςμισθοδότησαμισθοδότησεςμισθοδότησεμισθοδοτήσαμεμισθοδοτήσατεμισθοδοτήσαν / μισθοδοτήσανε / μισθοδότησαν
Μέλλονταςθα μισθοδοτήσω / θα μισθοδοτώθα μισθοδοτήσεις / θα μισθοδοτείςθα μισθοδοτήσει / θα μισθοδοτείθα μισθοδοτήσουμε / θα μισθοδοτούμεθα μισθοδοτήσετε / θα μισθοδοτείτεθα μισθοδοτήσουν / θα μισθοδοτήσουνε / θα μισθοδοτούν / θα μισθοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω μισθοδοτήσειέχεις μισθοδοτήσειέχει μισθοδοτήσειέχουμε μισθοδοτήσειέχετε μισθοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μισθοδοτήσειείχες μισθοδοτήσειείχε μισθοδοτήσειείχαμε μισθοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσω / να μισθοδοτώνα έχεις μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσεις / να μισθοδοτείςνα έχει μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσει / να μισθοδοτείνα έχουμε μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσουμε / να μισθοδοτούμενα έχετε μισθοδοτήσει / να μισθοδοτήσετε / να μισθοδοτείτενα μισθοδοτήσουν / να μισθοδοτήσουνε / να μισθοδοτούν / να μισθοδοτούνε
Προστακτική—μισθοδότει / μισθοδότησε——μισθοδοτήστε / μισθοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →