μισθοσυντήρητος
•
- που συντηρείται απ’ τον μισθό του, που ζει απ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισθοσυντήρητος < μισθός + -ο- + συντηρώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισθοσυντήρητος | μισθοσυντήρητη | μισθοσυντήρητο |
| Γενική | μισθοσυντήρητου | μισθοσυντήρητης | μισθοσυντήρητου |
| Αιτιατική | μισθοσυντήρητο | μισθοσυντήρητη | μισθοσυντήρητο |
| Κλητική | μισθοσυντήρητε | μισθοσυντήρητη | μισθοσυντήρητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισθοσυντήρητοι | μισθοσυντήρητες | μισθοσυντήρητα |
| Γενική | μισθοσυντήρητων | μισθοσυντήρητων | μισθοσυντήρητων |
| Αιτιατική | μισθοσυντήρητους | μισθοσυντήρητες | μισθοσυντήρητα |
| Κλητική | μισθοσυντήρητοι | μισθοσυντήρητες | μισθοσυντήρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →