Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισθωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μισθωτή ή μίσθωση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μισθωτικός < μισθωτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισθωτικόςμισθωτικήμισθωτικό
Γενικήμισθωτικούμισθωτικήςμισθωτικού
Αιτιατικήμισθωτικόμισθωτικήμισθωτικό
Κλητικήμισθωτικέμισθωτικήμισθωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισθωτικοίμισθωτικέςμισθωτικά
Γενικήμισθωτικώνμισθωτικώνμισθωτικών
Αιτιατικήμισθωτικούςμισθωτικέςμισθωτικά
Κλητικήμισθωτικοίμισθωτικέςμισθωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →