μισιακός
•
- λαϊκότροποπου ανήκει σε δύο πρόσωπα, μοιρασμένο σε δύο μισά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισιακός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μισιακός < μισ(ός) + -ιακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισιακός | μισιακή | μισιακό |
| Γενική | μισιακού | μισιακής | μισιακού |
| Αιτιατική | μισιακό | μισιακή | μισιακό |
| Κλητική | μισιακέ | μισιακή | μισιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μισιακοί | μισιακές | μισιακά |
| Γενική | μισιακών | μισιακών | μισιακών |
| Αιτιατική | μισιακούς | μισιακές | μισιακά |
| Κλητική | μισιακοί | μισιακές | μισιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →