μισακάρης
•
- λαϊκότροπογεωργός που καλλιεργεί μέρος της γης άλλου (συνήθως μεγάλου) γαιοκτήμονα, με αντίτιμο ένα μέρος της σοδειάς (συνήθως τη μισή)· επίμορτος καλλιεργητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισακάρης < μισακ(ός) + -άρης < μισιακός < → δείτε μισός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μισακάρης | μισακάρηδες |
| Γενική | μισακάρη | μισακάρηδων |
| Αιτιατική | μισακάρη | μισακάρηδες |
| Κλητική | μισακάρη | μισακάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →