Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισοάδειος

/mi.soˈa.ðʝos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι άδειος κατά το ήμισυ Βικιλεξικό
    • Τις μέρες που δεν είχα στούντιο, δεν είχα καθισιό, έβγαινα και περπατούσα το βραδάκι στην Αθήνα, που ήταν μισοάδεια ντάλα καλοκαίρι (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 165)

Ετυμολογία

μισοάδειος < μισο- (<μισός) + άδειος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισοάδειοςμισοάδειαμισοάδειο
Γενικήμισοάδειουμισοάδειαςμισοάδειου
Αιτιατικήμισοάδειομισοάδειαμισοάδειο
Κλητικήμισοάδειεμισοάδειαμισοάδειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισοάδειοιμισοάδειεςμισοάδεια
Γενικήμισοάδειωνμισοάδειωνμισοάδειων
Αιτιατικήμισοάδειουςμισοάδειεςμισοάδεια
Κλητικήμισοάδειοιμισοάδειεςμισοάδεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →