Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μισογεμᾶτος

/mi.so.ʝeˈma.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολυτονική γραφή του μισογεμάτος Βικιλεξικό
    • Οἱ ἄλλοι, καλεσμένοι, κουμπάρος, συγγενεῖς, θὰ τοῦ ριχθοῦν μὲ τοὺς γρόνθους, μὲ ράβδους, μὲ τὰς φιάλας τὰς κενὰς καὶ μὲ τὰς φιάλας τὰς μισογεμάτας… μὲ τὴν σκούπαν… μὲ ὅ,τι τύχῃ.

Ετυμολογία

μισογεμᾶτος < μισο- + γεμᾶτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισογεμᾶτοςμισογεμάτη / μισογεμᾶτημισογεμᾶτον / τὸ
Γενικήμισογεμάτου / τοῦμισογεμάτης / τῆςμισογεμάτου / τοῦ
Αιτιατικήμισογεμᾶτον / τὸνμισογεμάτην / τὴνμισογεμᾶτον / τὸ
Κλητικήμισογεμᾶτεμισογεμάτημισογεμᾶτον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισογεμᾶτοι / οἱαἱ / μισογεμᾶταιμισογεμᾶτα / τὰ
Γενικήμισογεμάτων / τῶνμισογεμάτων / τῶνμισογεμάτων / τῶν
Αιτιατικήμισογεμάτους / τοὺςμισογεμάτας / τὰςμισογεμᾶτα / τὰ
Κλητικήμισογεμᾶτοιμισογεμᾶταιμισογεμᾶτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μισογεμάτος

/mi.so.ʝeˈma.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεμάτος κατά το ήμισυ, μέχρι την μέση και κατ’ επέκταση όχι εντελώς γεμάτος Βικιλεξικό
    • Ἐκεῖ, μπρὸς σὲ μία μισογεμάτη φάτνη, ἕνα σταχτὶ γαϊδουράκι μασούλιζε ξερὰ κουκιά.

Ετυμολογία

μισογεμάτος < μισογεμᾶτος. Συγχρονικά αναλύεται σε μισο- + γεμάτος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισογεμάτοςμισογεμάτημισογεμάτο
Γενικήμισογεμάτουμισογεμάτηςμισογεμάτου
Αιτιατικήμισογεμάτομισογεμάτημισογεμάτο
Κλητικήμισογεμάτεμισογεμάτημισογεμάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμισογεμάτοιμισογεμάτεςμισογεμάτα
Γενικήμισογεμάτωνμισογεμάτωνμισογεμάτων
Αιτιατικήμισογεμάτουςμισογεμάτεςμισογεμάτα
Κλητικήμισογεμάτοιμισογεμάτεςμισογεμάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →