μισοξενώ
•
- είμαι μισόξενος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισοξενώ < ελληνιστική κοινή μισόξενος + -ώ < αρχαία ελληνική μῖσος + ξένος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μισοξενώ | μισοξενείς | μισοξενεί | μισοξενούμε | μισοξενείτε | μισοξενούν / μισοξενούνε |
| Παρατατικός | μισοξενούσα | μισοξενούσες | μισοξενούσε | μισοξενούσαμε | μισοξενούσατε | μισοξενούσαν / μισοξενούσανε |
| Αόριστος | μισοξένησα | μισοξένησες | μισοξένησε | μισοξενήσαμε | μισοξενήσατε | μισοξένησαν / μισοξενήσαν / μισοξενήσανε |
| Μέλλοντας | θα μισοξενήσω / θα μισοξενώ | θα μισοξενήσεις / θα μισοξενείς | θα μισοξενήσει / θα μισοξενεί | θα μισοξενήσουμε / θα μισοξενούμε | θα μισοξενήσετε / θα μισοξενείτε | θα μισοξενήσουν / θα μισοξενήσουνε / θα μισοξενούν / θα μισοξενούνε |
| Παρακείμενος | έχω μισοξενήσει | έχεις μισοξενήσει | έχει μισοξενήσει | έχουμε μισοξενήσει | έχετε μισοξενήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μισοξενήσει | είχες μισοξενήσει | είχε μισοξενήσει | είχαμε μισοξενήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μισοξενήσει / να μισοξενήσω / να μισοξενώ | να έχεις μισοξενήσει / να μισοξενήσεις / να μισοξενείς | να έχει μισοξενήσει / να μισοξενήσει / να μισοξενεί | να έχουμε μισοξενήσει / να μισοξενήσουμε / να μισοξενούμε | να έχετε μισοξενήσει / να μισοξενήσετε / να μισοξενείτε | να μισοξενήσουν / να μισοξενήσουνε / να μισοξενούν / να μισοξενούνε |
| Προστακτική | — | μισοξένει / μισοξένησε | — | — | μισοξενήστε / μισοξενείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →