ξένος
•
- αυτός που προέρχεται από άλλο τόπο Βικιλεξικό
- Άνοιξε ο ξένος μαγαζί στο νησί μας και περιμένει να πάει καλά!
- αλλοδαπός Βικιλεξικό
- Δεν ξέρει από ελληνικά γλέντια ο άνθρωπος, είναι ξένος.
- αυτός που δεν ανήκει στην οικογένεια Βικιλεξικό
- Δε θέλω να λες σε ξένους τα οικογενειακά μας.
- φιλοξενούμενος Βικιλεξικό
- Καλύτερα σε μια βδομάδα, γιατί αυτό το Σαββατοκύριακο έχουμε ξένους στο σπίτι.
Ετυμολογία
ξένος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ξένος (φιλοξενούμενος) < προελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξένος | ξένοι |
| Γενική | ξένου | ξένων |
| Αιτιατική | ξένο | ξένους |
| Κλητική | ξένε | ξένοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →