Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μνήμα

/ˈmni.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο τάφος Βικιλεξικό
    • Της έκαμα μνήμα με μάρμαρο και γύρω γύρω βάλαμε γλάστρες με λουλούδια, που τ' αγάπαγε. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
    • Θα κρατήσω ένα τριαντάφυλλο, να τ' αποθέσω, στο γυρισμό, στο μνήμα του Κωστή Παλαμά.
  2. συνεκδοχήτα μνήματα: το νεκροταφείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μνήμα < αρχαία ελληνική μνῆμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμνήμαμνήματα
Γενικήμνήματοςμνημάτων
Αιτιατικήμνήμαμνήματα
Κλητικήμνήμαμνήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →