μνημείο
•
- το γλυπτό, η στήλη, η αρχιτεκτονική κατασκευή που δημιουργείται προς τιμή ενός προσώπου που έχει πεθάνει ή για να θυμίζει κάποιο σημαντικό γεγονός Βικιλεξικό
- μεμονωμένο οικοδόμημα ή σύνολο οικοδομημάτων που διασώθηκε από παλιότερη ιστορική περίοδο και θεωρείται σημαντικό από άποψη αρχαιολογική, ιστορική ή αισθητική Βικιλεξικό
- (γενικότερα) κάθε δείγμα της ανθρώπινης δραστηριότητας από προηγούμενες εποχές που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον
- αξιόλογο έργο τέχνης ή λόγου, που ξεχωρίζει ανάμεσα στα όμοια ή στα σύγχρονά του κι εντυπωσιάζει Βικιλεξικό
- μεταφορικάοι πράξεις που ξεχωρίζουν, είτε θετικά είτε αρνητικά Βικιλεξικό
- η δράση του αποτελεί μνημείο δημοκρατικότητας
- αυτό που έκανες είναι μνημείο βλακείας!
Ετυμολογία
μνημείο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μνημεῖον (κάτι σε ανάμνηση, κυρίως νεκρού), (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική monument
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μνημείο | μνημεία |
| Γενική | μνημείου | μνημείων |
| Αιτιατική | μνημείο | μνημεία |
| Κλητική | μνημείο | μνημεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →