μνημειακός
•
- που μνημονεύει κάτι, που αποτελεί τοπόσημο μνήμης κάτι αξιόλογου, που φτιάχτηκε για να θυμίζει ή/και να τιμά κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μνημειακός < μνημείο + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική monumental)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μνημειακός | μνημειακή | μνημειακό |
| Γενική | μνημειακού | μνημειακής | μνημειακού |
| Αιτιατική | μνημειακό | μνημειακή | μνημειακό |
| Κλητική | μνημειακέ | μνημειακή | μνημειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μνημειακοί | μνημειακές | μνημειακά |
| Γενική | μνημειακών | μνημειακών | μνημειακών |
| Αιτιατική | μνημειακούς | μνημειακές | μνημειακά |
| Κλητική | μνημειακοί | μνημειακές | μνημειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →