Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοδιστρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μοδίστρα / τον μόδιστρο ή τη μοδιστρική ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένομοδιστρική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μοδιστρικός < μοδίστρα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοδιστρικόςμοδιστρικήμοδιστρικό
Γενικήμοδιστρικούμοδιστρικήςμοδιστρικού
Αιτιατικήμοδιστρικόμοδιστρικήμοδιστρικό
Κλητικήμοδιστρικέμοδιστρικήμοδιστρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοδιστρικοίμοδιστρικέςμοδιστρικά
Γενικήμοδιστρικώνμοδιστρικώνμοδιστρικών
Αιτιατικήμοδιστρικούςμοδιστρικέςμοδιστρικά
Κλητικήμοδιστρικοίμοδιστρικέςμοδιστρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →