Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοιραίνω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπροδιαγράφω τη μοίρα κάποιου, προκαθορίζω το πεπρωμένο του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μοιραίνω < μεσαιωνική ελληνική μοιραίνω < αρχαία ελληνική μοῖρα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμοιραίνωμοιραίνειςμοιραίνειμοιραίνουμεμοιραίνετεμοιραίνουν / μοιραίνουνε
Παρατατικόςμοίραιναμοίραινεςμοίραινεμοιραίναμεμοιραίνατεμοίραιναν / μοιραίναν / μοιραίνανε
Αόριστοςμοίραναμοίρανεςμοίρανεμοιράναμεμοιράνατεμοίραναν / μοιράναν / μοιράνανε
Μέλλονταςθα μοιράνω / θα μοιραίνωθα μοιράνεις / θα μοιραίνειςθα μοιράνει / θα μοιραίνειθα μοιράνουμε / θα μοιραίνουμεθα μοιράνετε / θα μοιραίνετεθα μοιράνουν / θα μοιράνουνε / θα μοιραίνουν / θα μοιραίνουνε
Παρακείμενοςέχω μοιράνειέχεις μοιράνειέχει μοιράνειέχουμε μοιράνειέχετε μοιράνει—
Υπερσυντέλικοςείχα μοιράνειείχες μοιράνειείχε μοιράνειείχαμε μοιράνειείχατε μοιράνει—
Υποτακτικήνα έχω μοιράνει / να μοιράνω / να μοιραίνωνα έχεις μοιράνει / να μοιράνεις / να μοιραίνειςνα έχει μοιράνει / να μοιράνει / να μοιραίνεινα έχουμε μοιράνει / να μοιράνουμε / να μοιραίνουμενα έχετε μοιράνει / να μοιράνετε / να μοιραίνετενα μοιράνουν / να μοιράνουνε / να μοιραίνουν / να μοιραίνουνε
Προστακτική—μοίραινε / μοίρανε——μοιράνετε / μοιραίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →