μοιραίνω
•
- λαϊκότροποπροδιαγράφω τη μοίρα κάποιου, προκαθορίζω το πεπρωμένο του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοιραίνω < μεσαιωνική ελληνική μοιραίνω < αρχαία ελληνική μοῖρα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μοιραίνω | μοιραίνεις | μοιραίνει | μοιραίνουμε | μοιραίνετε | μοιραίνουν / μοιραίνουνε |
| Παρατατικός | μοίραινα | μοίραινες | μοίραινε | μοιραίναμε | μοιραίνατε | μοίραιναν / μοιραίναν / μοιραίνανε |
| Αόριστος | μοίρανα | μοίρανες | μοίρανε | μοιράναμε | μοιράνατε | μοίραναν / μοιράναν / μοιράνανε |
| Μέλλοντας | θα μοιράνω / θα μοιραίνω | θα μοιράνεις / θα μοιραίνεις | θα μοιράνει / θα μοιραίνει | θα μοιράνουμε / θα μοιραίνουμε | θα μοιράνετε / θα μοιραίνετε | θα μοιράνουν / θα μοιράνουνε / θα μοιραίνουν / θα μοιραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω μοιράνει | έχεις μοιράνει | έχει μοιράνει | έχουμε μοιράνει | έχετε μοιράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μοιράνει | είχες μοιράνει | είχε μοιράνει | είχαμε μοιράνει | είχατε μοιράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω μοιράνει / να μοιράνω / να μοιραίνω | να έχεις μοιράνει / να μοιράνεις / να μοιραίνεις | να έχει μοιράνει / να μοιράνει / να μοιραίνει | να έχουμε μοιράνει / να μοιράνουμε / να μοιραίνουμε | να έχετε μοιράνει / να μοιράνετε / να μοιραίνετε | να μοιράνουν / να μοιράνουνε / να μοιραίνουν / να μοιραίνουνε |
| Προστακτική | — | μοίραινε / μοίρανε | — | — | μοιράνετε / μοιραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →