Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοιραίος

/miˈɾe.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προκαθορισμένος από τη μοίρα Βικιλεξικό
    • Φαίνεται ότι ήταν μοιραίο να συναντηθούμε
    • Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
  2. που οδηγεί στην έκβαση μιας υπόθεσης Βικιλεξικό
    • μοιραία απόφαση, μοιραίο λάθος
  3. επικίνδυνος, θανατηφόρος Βικιλεξικό
    • μοιραίο ατύχημα
  4. επικίνδυνα ελκυστικός Βικιλεξικό
    • μοιραία γυναίκα

Ετυμολογία

μοιραίος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μοιραῖος < μοῖρα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοιραίοςμοιραίαμοιραίο
Γενικήμοιραίουμοιραίαςμοιραίου
Αιτιατικήμοιραίομοιραίαμοιραίο
Κλητικήμοιραίεμοιραίαμοιραίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοιραίοιμοιραίεςμοιραία
Γενικήμοιραίωνμοιραίωνμοιραίων
Αιτιατικήμοιραίουςμοιραίεςμοιραία
Κλητικήμοιραίοιμοιραίεςμοιραία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →