Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοιραρχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αξίωμα που έχει ένας μοίραρχος Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη περιοχή στην οποία έχει δικαιοδοσία ένας μοίραρχος Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητο οίκημα όπου έχει την έδρα του ένας μοίραρχος ή (ειδικότερα) τα γραφεία της έδρας του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μοιραρχία < μοίραρχος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμοιραρχίαμοιραρχίες
Γενικήμοιραρχίαςμοιραρχιών
Αιτιατικήμοιραρχίαμοιραρχίες
Κλητικήμοιραρχίαμοιραρχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →