μοιραρχία
•
- το αξίωμα που έχει ένας μοίραρχος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη περιοχή στην οποία έχει δικαιοδοσία ένας μοίραρχος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο οίκημα όπου έχει την έδρα του ένας μοίραρχος ή (ειδικότερα) τα γραφεία της έδρας του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοιραρχία < μοίραρχος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοιραρχία | μοιραρχίες |
| Γενική | μοιραρχίας | μοιραρχιών |
| Αιτιατική | μοιραρχία | μοιραρχίες |
| Κλητική | μοιραρχία | μοιραρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →