μολάσα
•
- γεωλογίασχηματισμός από ιζηματογενή πετρώματα (κροκάλες, μάργες, ψαμμίτες κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μολάσα < αγγλική molasse + -α < παλαιά γαλλική molasse < λατινική mollis < *molduis < πρωτοϊταλική *molduis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ml̥dus < *mel- (μαλακός, τρυφερός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μολάσα | μολάσες |
| Γενική | μολάσας | μολασών |
| Αιτιατική | μολάσα | μολάσες |
| Κλητική | μολάσα | μολάσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →