Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μολασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου έχει σχέση με τη μολάσα ή περιέχεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μολασικός < αγγλική molassic < molasse (μολάσα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμολασικόςμολασικήμολασικό
Γενικήμολασικούμολασικήςμολασικού
Αιτιατικήμολασικόμολασικήμολασικό
Κλητικήμολασικέμολασικήμολασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμολασικοίμολασικέςμολασικά
Γενικήμολασικώνμολασικώνμολασικών
Αιτιατικήμολασικούςμολασικέςμολασικά
Κλητικήμολασικοίμολασικέςμολασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →