μονάρχισσα
•
- θηλυκό του μονάρχης Βικιλεξικό
- σπάνιοη σύζυγος μονάρχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονάρχισσα < μονάρχ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονάρχισσα | μονάρχισσες |
| Γενική | μονάρχισσας | μοναρχισσών |
| Αιτιατική | μονάρχισσα | μονάρχισσες |
| Κλητική | μονάρχισσα | μονάρχισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →