μονέδα
•
- λαϊκότροποτο χρήμα, το νόμισμα Βικιλεξικό
- ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών (Νίκος Σαραντάκος, Οι λέξεις του χρήματος και των νομισμάτων Ιατρικά θέματα 68, 2015, σελ. 31-34 https://isth.gr/wp-content/uploads/2021/06/isth68.pdf)
Ετυμολογία
μονέδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μονέδα < βενετική moneda < λατινική Moneta (προσωνυμία της θεάς Ήρας Juno, (κυριολεκτικά) σύμβουλος. Στους ναούς της κόβονταν νομίσματα) < moneo < πρωτοϊταλική *moneō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *monéyeti < *men- (σκέφτομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονέδα | μονέδες |
| Γενική | μονέδας | — |
| Αιτιατική | μονέδα | μονέδες |
| Κλητική | μονέδα | μονέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →