μοναδικότητα
•
- η ιδιότητα του να είναι κάποιος μοναδικός Βικιλεξικό
- η μοναδικότητα του έργου τέχνης
Ετυμολογία
μοναδικότητα < μοναδικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοναδικότητα | μοναδικότητες |
| Γενική | μοναδικότητας | μοναδικοτήτων |
| Αιτιατική | μοναδικότητα | μοναδικότητες |
| Κλητική | μοναδικότητα | μοναδικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →