Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοναδικός

/mo.na.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που υπάρχει ή συμβαίνει μόνο μία φορά Βικιλεξικό
    • Τη μοναδική φορά που πήγε για σκι, έσπασε το πόδι του.
    • Κάθε ανθρώπινο ον είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο.
  2. σε σχήμα υπερβολήςεξαιρετικός, πάρα πολύ καλός Βικιλεξικό
    • Η ικανότητά του στις ξένες γλώσσες είναι μοναδική.

Ετυμολογία

μοναδικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μοναδικός (αρχαία σημασία: μεμονωμένος) < μονάς, μοναδ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοναδικόςμοναδικήμοναδικό
Γενικήμοναδικούμοναδικήςμοναδικού
Αιτιατικήμοναδικόμοναδικήμοναδικό
Κλητικήμοναδικέμοναδικήμοναδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοναδικοίμοναδικέςμοναδικά
Γενικήμοναδικώνμοναδικώνμοναδικών
Αιτιατικήμοναδικούςμοναδικέςμοναδικά
Κλητικήμοναδικοίμοναδικέςμοναδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →