Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοναχικός

/mo.na.çiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος Βικιλεξικό
  2. που είναι μόνος Βικιλεξικό
    • Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)
  3. τόποςαπομονωμένος Βικιλεξικό
  4. πράξηπου γίνεται από ένα άτομο,χωρίς τη συμμετοχή άλλων Βικιλεξικό
  5. που σχετίζεται με τον μοναχό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μοναχικός < μόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοναχικόςμοναχικήμοναχικό
Γενικήμοναχικούμοναχικήςμοναχικού
Αιτιατικήμοναχικόμοναχικήμοναχικό
Κλητικήμοναχικέμοναχικήμοναχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοναχικοίμοναχικέςμοναχικά
Γενικήμοναχικώνμοναχικώνμοναχικών
Αιτιατικήμοναχικούςμοναχικέςμοναχικά
Κλητικήμοναχικοίμοναχικέςμοναχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →