μοναχικός
•
- που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος Βικιλεξικό
- που είναι μόνος Βικιλεξικό
- Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)
- τόποςαπομονωμένος Βικιλεξικό
- πράξηπου γίνεται από ένα άτομο,χωρίς τη συμμετοχή άλλων Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με τον μοναχό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοναχικός < μόνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μοναχικός | μοναχική | μοναχικό |
| Γενική | μοναχικού | μοναχικής | μοναχικού |
| Αιτιατική | μοναχικό | μοναχική | μοναχικό |
| Κλητική | μοναχικέ | μοναχική | μοναχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μοναχικοί | μοναχικές | μοναχικά |
| Γενική | μοναχικών | μοναχικών | μοναχικών |
| Αιτιατική | μοναχικούς | μοναχικές | μοναχικά |
| Κλητική | μοναχικοί | μοναχικές | μοναχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →