Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοναχός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείααυτός που έχει αποσυρθεί από τα εγκόσμια για να μονάσει και να αφιερωθεί στο θεό, συνήθως ως μέλος μιας κοινότητας ή αδελφότητας που κατοικεί σε μια μονή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μοναχός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μόνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμοναχόςμοναχοί
Γενικήμοναχούμοναχών
Αιτιατικήμοναχόμοναχούς
Κλητικήμοναχέμοναχοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μοναχός

επίθετο
•
  1. που απέμεινε μόνος, δίχως συντροφιά / χωρίς σύντροφο Βικιλεξικό
    • Αυτές οι ζεβζεκιές τον φάγανε Ελισώ μου, αυτές τον σκοτώσανε κι όχι το αστροπελέκι και μ' άφησε χήρα και μοναχή μου, κακόχρονο να'χει ο πεζεβένγκης. (Δημήτρης Τσαλίδης, Γιοκ τζάνιμ, εκδ. Νεφέλη, 2005, σελ. 46)

Ετυμολογία

μοναχός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοναχόςμοναχόςμοναχός
Γενικήμοναχούμοναχούμοναχού
Αιτιατικήμοναχόμοναχόμοναχό
Κλητικήμοναχέμοναχέμοναχέ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμοναχοίμοναχοίμοναχοί
Γενικήμοναχώνμοναχώνμοναχών
Αιτιατικήμοναχούςμοναχούςμοναχούς
Κλητικήμοναχοίμοναχοίμοναχοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →