μονιμοποιώ
•
- κάνω κάτι ή κάποιον μόνιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονιμοποιώ < μόνιμος + -ο- + ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μονιμοποιώ | μονιμοποιείς | μονιμοποιεί | μονιμοποιούμε | μονιμοποιείτε | μονιμοποιούν / μονιμοποιούνε |
| Παρατατικός | μονιμοποιούσα | μονιμοποιούσες | μονιμοποιούσε | μονιμοποιούσαμε | μονιμοποιούσατε | μονιμοποιούσαν / μονιμοποιούσανε |
| Αόριστος | μονιμοποίησα | μονιμοποίησες | μονιμοποίησε | μονιμοποιήσαμε | μονιμοποιήσατε | μονιμοποίησαν / μονιμοποιήσαν / μονιμοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα μονιμοποιήσω / θα μονιμοποιώ | θα μονιμοποιήσεις / θα μονιμοποιείς | θα μονιμοποιήσει / θα μονιμοποιεί | θα μονιμοποιήσουμε / θα μονιμοποιούμε | θα μονιμοποιήσετε / θα μονιμοποιείτε | θα μονιμοποιήσουν / θα μονιμοποιήσουνε / θα μονιμοποιούν / θα μονιμοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω μονιμοποιήσει | έχεις μονιμοποιήσει | έχει μονιμοποιήσει | έχουμε μονιμοποιήσει | έχετε μονιμοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μονιμοποιήσει | είχες μονιμοποιήσει | είχε μονιμοποιήσει | είχαμε μονιμοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μονιμοποιήσει / να μονιμοποιήσω / να μονιμοποιώ | να έχεις μονιμοποιήσει / να μονιμοποιήσεις / να μονιμοποιείς | να έχει μονιμοποιήσει / να μονιμοποιήσει / να μονιμοποιεί | να έχουμε μονιμοποιήσει / να μονιμοποιήσουμε / να μονιμοποιούμε | να έχετε μονιμοποιήσει / να μονιμοποιήσετε / να μονιμοποιείτε | να μονιμοποιήσουν / να μονιμοποιήσουνε / να μονιμοποιούν / να μονιμοποιούνε |
| Προστακτική | — | μονιμοποίει / μονιμοποίησε | — | — | μονιμοποιήστε / μονιμοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →