μονογαμία
•
- βιολογία, (ζωολογία): κατάσταση όπου το άρρεν ζευγαρώνει με ένα μόνο θήλυ και το ζευγάρωμα αυτό διαρκεί για πολλές εποχές, ή σ΄ όλη τη ζωή. Βικιλεξικό
- κοινωνιολογία, (θρησκεία): νόμιμη παρούσα κατάσταση κοινωνίας γάμου που υποστηρίζεται και από δύο μονοθεϊστικές θρησκείες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονογαμία < μονο- + γάμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονογαμία | μονογαμίες |
| Γενική | μονογαμίας | μονογαμιών |
| Αιτιατική | μονογαμία | μονογαμίες |
| Κλητική | μονογαμία | μονογαμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →