Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονογαμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βιολογία, (ζωολογία): κατάσταση όπου το άρρεν ζευγαρώνει με ένα μόνο θήλυ και το ζευγάρωμα αυτό διαρκεί για πολλές εποχές, ή σ΄ όλη τη ζωή. Βικιλεξικό
  2. κοινωνιολογία, (θρησκεία): νόμιμη παρούσα κατάσταση κοινωνίας γάμου που υποστηρίζεται και από δύο μονοθεϊστικές θρησκείες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονογαμία < μονο- + γάμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμονογαμίαμονογαμίες
Γενικήμονογαμίαςμονογαμιών
Αιτιατικήμονογαμίαμονογαμίες
Κλητικήμονογαμίαμονογαμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →