Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυγαμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κοινωνιολογία: η δυνατότητα για ένα άτομο να βρίσκεται σε κοινωνία γάμου με περισσότερα του ενός πρόσωπα, ταυτόχρονα. Βικιλεξικό
  2. βιολογία, (ζωολογία): το φαινόμενο της πολυγαμίας απαντάται ιδιαίτερα στα ζώα τόσο σε οικόσιτα όσο και στα άγρια, περισσότερο όμως εμφανίζεται στα είδη εκείνα που το αρσενικό δεν συμμετέχει με σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη των παιδιών του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυγαμία < πολύς + γάμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυγαμίαπολυγαμίες
Γενικήπολυγαμίαςπολυγαμιών
Αιτιατικήπολυγαμίαπολυγαμίες
Κλητικήπολυγαμίαπολυγαμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →