πολυγαμία
•
- κοινωνιολογία: η δυνατότητα για ένα άτομο να βρίσκεται σε κοινωνία γάμου με περισσότερα του ενός πρόσωπα, ταυτόχρονα. Βικιλεξικό
- βιολογία, (ζωολογία): το φαινόμενο της πολυγαμίας απαντάται ιδιαίτερα στα ζώα τόσο σε οικόσιτα όσο και στα άγρια, περισσότερο όμως εμφανίζεται στα είδη εκείνα που το αρσενικό δεν συμμετέχει με σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη των παιδιών του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυγαμία < πολύς + γάμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυγαμία | πολυγαμίες |
| Γενική | πολυγαμίας | πολυγαμιών |
| Αιτιατική | πολυγαμία | πολυγαμίες |
| Κλητική | πολυγαμία | πολυγαμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →