μονογονεϊκός
•
- για οικογένειαπου αποτελείται από έναν γονέα (άγαμο, χήρο ή διαζευγμένο) και από τα ανήλικα παιδιά του Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με τον έναν γονέα Βικιλεξικό
- μονογονεϊκή άδεια, μονογονεϊκό επίδομα
Ετυμολογία
μονογονεϊκός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική single-parent. Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη ο τύπος μονογονεϊκός χρησιμοποιείται εσφαλμένα πολύ συχνά αντί του ορθού μονογονικός. Μορφολογικά αναλύεται σε μονο- + γονεϊκός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονογονεϊκός | μονογονεϊκή | μονογονεϊκό |
| Γενική | μονογονεϊκού | μονογονεϊκής | μονογονεϊκού |
| Αιτιατική | μονογονεϊκό | μονογονεϊκή | μονογονεϊκό |
| Κλητική | μονογονεϊκέ | μονογονεϊκή | μονογονεϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονογονεϊκοί | μονογονεϊκές | μονογονεϊκά |
| Γενική | μονογονεϊκών | μονογονεϊκών | μονογονεϊκών |
| Αιτιατική | μονογονεϊκούς | μονογονεϊκές | μονογονεϊκά |
| Κλητική | μονογονεϊκοί | μονογονεϊκές | μονογονεϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →