μονογραφικός
•
- που έχει σχέση με τη μονογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τη μονογραφή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονογραφικός < μονογραφία / μονογραφή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονογραφικός | μονογραφική | μονογραφικό |
| Γενική | μονογραφικού | μονογραφικής | μονογραφικού |
| Αιτιατική | μονογραφικό | μονογραφική | μονογραφικό |
| Κλητική | μονογραφικέ | μονογραφική | μονογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονογραφικοί | μονογραφικές | μονογραφικά |
| Γενική | μονογραφικών | μονογραφικών | μονογραφικών |
| Αιτιατική | μονογραφικούς | μονογραφικές | μονογραφικά |
| Κλητική | μονογραφικοί | μονογραφικές | μονογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →