Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μονογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τη μονογραφή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονογραφικός < μονογραφία / μονογραφή + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονογραφικόςμονογραφικήμονογραφικό
Γενικήμονογραφικούμονογραφικήςμονογραφικού
Αιτιατικήμονογραφικόμονογραφικήμονογραφικό
Κλητικήμονογραφικέμονογραφικήμονογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονογραφικοίμονογραφικέςμονογραφικά
Γενικήμονογραφικώνμονογραφικώνμονογραφικών
Αιτιατικήμονογραφικούςμονογραφικέςμονογραφικά
Κλητικήμονογραφικοίμονογραφικέςμονογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →