μονοδρομώ
•
- μετατρέπω κάποιον δρόμο σε μονόδρομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοδρομώ < μονόδρομος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μονοδρομώ | μονοδρομείς | μονοδρομεί | μονοδρομούμε | μονοδρομείτε | μονοδρομούν / μονοδρομούνε |
| Παρατατικός | μονοδρομούσα | μονοδρομούσες | μονοδρομούσε | μονοδρομούσαμε | μονοδρομούσατε | μονοδρομούσαν / μονοδρομούσανε |
| Αόριστος | μονοδρόμησα | μονοδρόμησες | μονοδρόμησε | μονοδρομήσαμε | μονοδρομήσατε | μονοδρομήσαν / μονοδρομήσανε / μονοδρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα μονοδρομήσω / θα μονοδρομώ | θα μονοδρομήσεις / θα μονοδρομείς | θα μονοδρομήσει / θα μονοδρομεί | θα μονοδρομήσουμε / θα μονοδρομούμε | θα μονοδρομήσετε / θα μονοδρομείτε | θα μονοδρομήσουν / θα μονοδρομήσουνε / θα μονοδρομούν / θα μονοδρομούνε |
| Παρακείμενος | έχω μονοδρομήσει | έχεις μονοδρομήσει | έχει μονοδρομήσει | έχουμε μονοδρομήσει | έχετε μονοδρομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μονοδρομήσει | είχες μονοδρομήσει | είχε μονοδρομήσει | είχαμε μονοδρομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μονοδρομήσει / να μονοδρομήσω / να μονοδρομώ | να έχεις μονοδρομήσει / να μονοδρομήσεις / να μονοδρομείς | να έχει μονοδρομήσει / να μονοδρομήσει / να μονοδρομεί | να έχουμε μονοδρομήσει / να μονοδρομήσουμε / να μονοδρομούμε | να έχετε μονοδρομήσει / να μονοδρομήσετε / να μονοδρομείτε | να μονοδρομήσουν / να μονοδρομήσουνε / να μονοδρομούν / να μονοδρομούνε |
| Προστακτική | — | μονοδρόμει / μονοδρόμησε | — | — | μονοδρομήστε / μονοδρομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →