μονόδρομος
•
- δρόμος όπου η κίνηση οχημάτων επιτρέπεται μόνο προς τη μία κατεύθυνση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου αποτελεί τη μοναδική επιλογή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονόδρομος < μονό- + δρόμος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική one-way)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →