μονοθεϊσμός
•
- θρησκείατο να πιστεύει κάποιος ότι υπάρχει ένας μόνο θεός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοθεϊσμός (μαρτυρείται από το 1858) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monothéisme < αρχαία ελληνική μόνος + θε(ός) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοθεϊσμός | μονοθεϊσμοί |
| Γενική | μονοθεϊσμού | μονοθεϊσμών |
| Αιτιατική | μονοθεϊσμό | μονοθεϊσμούς |
| Κλητική | μονοθεϊσμέ | μονοθεϊσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →