μονοιάζω
•
- μεταβατικόσυμφιλιώνω Βικιλεξικό
- αμετάβατοσυμφιλιώνομαι, φιλιώνω Βικιλεξικό
- ομονοώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοιάζω < μεσαιωνική ελληνική μονοιάζω < ὁμονοιάζω < αρχαία ελληνική ὁμόνοια < ὁμοῦ + νόος / νοῦς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μονοιάζω | μονοιάζεις | μονοιάζει | μονοιάζουμε | μονοιάζετε | μονοιάζουν / μονοιάζουνε |
| Παρατατικός | μόνοιαζα | μόνοιαζες | μόνοιαζε | μονοιάζαμε | μονοιάζατε | μονοιάζαν / μονοιάζανε / μόνοιαζαν |
| Αόριστος | μόνοιασα | μόνοιασες | μόνοιασε | μονοιάσαμε | μονοιάσατε | μονοιάσαν / μονοιάσανε / μόνοιασαν |
| Μέλλοντας | θα μονοιάζω / θα μονοιάσω | θα μονοιάζεις / θα μονοιάσεις | θα μονοιάζει / θα μονοιάσει | θα μονοιάζουμε / θα μονοιάσουμε | θα μονοιάζετε / θα μονοιάσετε | θα μονοιάζουν / θα μονοιάζουνε / θα μονοιάσουν / θα μονοιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μονοιάσει | έχεις μονοιάσει | έχει μονοιάσει | έχουμε μονοιάσει | έχετε μονοιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μονοιάσει | είχες μονοιάσει | είχε μονοιάσει | είχαμε μονοιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μονοιάσει / να μονοιάζω / να μονοιάσω | να έχεις μονοιάσει / να μονοιάζεις / να μονοιάσεις | να έχει μονοιάσει / να μονοιάζει / να μονοιάσει | να έχουμε μονοιάσει / να μονοιάζουμε / να μονοιάσουμε | να έχετε μονοιάσει / να μονοιάζετε / να μονοιάσετε | να μονοιάζουν / να μονοιάζουνε / να μονοιάσουν / να μονοιάσουνε |
| Προστακτική | — | μόνοιαζε / μόνοιασε | — | — | μονοιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μονοιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →