μονολεκτικά
•
- με μονολεκτικό τρόπο, με μία λέξη Βικιλεξικό
- Απαντάει μονολεκτικά, δε δίνει περισσότερες πληροφορίες.
- άλλες μορφές: μονολεκτικώς (λόγιο), μονολεχτικά
Ετυμολογία
μονολεκτικά < μονολεκτικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →