μονολεκτικός
•
- που αποτελείται από μία μόνο λέξη Βικιλεξικό
- 1871 ⌘ Ἄγγελος Βλάχος, Λεξικὸν Ἑλληνογαλλικόν, σελ. 362
- Παρακαλώ να δίνετε μόνο μονολεκτικές απαντήσεις, ένα «ναι» ή ένα «όχι» αρκεί.
- Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
- άλλες μορφές: μονολεχτικός
Ετυμολογία
μονολεκτικός μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικὸν Ἑλληνογαλλικόν του Αγγέλου Βλάχου < μονο- + λεκ- (λέξη) + -τικός όπως λεκτικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική d'un mot.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονολεκτικός | μονολεκτική | μονολεκτικό |
| Γενική | μονολεκτικού | μονολεκτικής | μονολεκτικού |
| Αιτιατική | μονολεκτικό | μονολεκτική | μονολεκτικό |
| Κλητική | μονολεκτικέ | μονολεκτική | μονολεκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονολεκτικοί | μονολεκτικές | μονολεκτικά |
| Γενική | μονολεκτικών | μονολεκτικών | μονολεκτικών |
| Αιτιατική | μονολεκτικούς | μονολεκτικές | μονολεκτικά |
| Κλητική | μονολεκτικοί | μονολεκτικές | μονολεκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →