μονομαχία
•
- στρατιωτικός όροςη μάχη μεταξύ δύο μόνο πολεμιστών (ή πολεμικών πλοίων, αρμάτων, αεροσκαφών κ.λπ.) Βικιλεξικό
- η σύγκρουση με όπλα μεταξύ δύο αντιπάλων σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο, με προκαθορισμένους κανόνες και παρουσία μαρτύρων· συνηθιζόταν στο παρελθόν για ζητήματα τιμής και, συχνά, κατέληγε στο θάνατο ενός από τους αντιπάλους Βικιλεξικό
- γενικότεραη αντιπαράθεση, η αναμέτρηση μεταξύ δύο αντιπάλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονομαχία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μονομαχία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική duel
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονομαχία | μονομαχίες |
| Γενική | μονομαχίας | μονομαχιών |
| Αιτιατική | μονομαχία | μονομαχίες |
| Κλητική | μονομαχία | μονομαχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →